Ο λοβιακός καρκίνος μαστού, γνωστός και ως διηθητικό λοβιακό καρκίνωμα, είναι ένας τύπος καρκίνου που ξεκινά στα λοβία του μαστού, τους μικρούς αδένες που συμμετέχουν στην παραγωγή γάλακτος. Όταν τα καρκινικά κύτταρα ξεπεράσουν τα όρια των λοβίων και επεκταθούν στο γύρω στρώμα, η νόσος χαρακτηρίζεται ως διηθητική.
Αποτελεί τον δεύτερο συχνότερο τύπο καρκίνου του μαστού και αντιστοιχεί περίπου στο 15% των διαγνώσεων καρκίνου μαστού. Παρότι η θεραπευτική προσέγγιση ακολουθεί τις βασικές αρχές που εφαρμόζονται και σε άλλους τύπους καρκίνου μαστού, ο λοβιακός καρκίνος έχει ορισμένα χαρακτηριστικά που είναι σημαντικό να γνωρίζουμε.
Τι είναι ο λοβιακός καρκίνος μαστού;
Ο μαστός αποτελείται από λοβία, πόρους, λιπώδη και συνδετικό ιστό. Τα λοβία είναι οι αδένες που παράγουν γάλα, ενώ οι πόροι είναι τα μικρά κανάλια που το μεταφέρουν προς τη θηλή. Ο διηθητικός λοβιακός καρκίνος ξεκινά από τα κύτταρα των λοβίων και στη συνέχεια μπορεί να επεκταθεί στον υπόλοιπο ιστό του μαστού.
Σε αντίθεση με άλλους τύπους καρκίνου μαστού, ο λοβιακός καρκίνος δεν εκφράζεται πάντα υπό τη μορφή ενός ψηλαφητού, σκληρού ογκιδίου. Τα καρκινικά κύτταρα συχνά αναπτύσσονται διάχυτα στο στρώμα του πέριξ ιστού, γεγονός που μπορεί να κάνει την αλλοίωση λιγότερο εμφανή στην ψηλάφηση ή στις απεικονιστικές εξετάσεις.

Ποια είναι τα πιθανά συμπτώματα;
Στα αρχικά στάδια, ο λοβιακός καρκίνος μαστού ενδέχεται να μην προκαλεί εμφανή συμπτώματα. Όταν εμφανίζονται οι αλλαγές, συνήθως δεν έχουν απαραίτητα τη μορφή ενός ψηλαφητού όζου. Πιο συχνά μπορεί να παρατηρηθεί πάχυνση ή σκλήρυνση σε μια περιοχή του μαστού, αίσθημα πληρότητας ή πρήξιμο.
Άλλα πιθανά σημάδια είναι η αλλαγή στην υφή του δέρματος, μια εσοχή ή πάχυνση του δέρματος, η εισολκή της θηλής ή η εμφάνιση μιας περιοχής που αισθάνεστε διαφορετική από τον υπόλοιπο μαστό. Κάθε νέα ή επίμονη μεταβολή χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό, ακόμη και όταν δεν υπάρχει συγκεκριμένος όζος.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διερεύνηση ξεκινά με κλινική εξέταση και απεικονιστικό έλεγχο. Αυτός μπορεί να περιλαμβάνει μαστογραφία, υπερηχογράφημα και, όταν χρειάζεται, μαγνητική τομογραφία μαστών. Η μαγνητική τομογραφία μπορεί να βοηθήσει ιδιαίτερα στην εκτίμηση της έκτασης της νόσου, καθώς ο λοβιακός καρκίνος ενδέχεται να μην απεικονίζεται πάντα με σαφήνεια στη μαστογραφία.
Η οριστική διάγνωση της νόσου τίθεται με βιοψία. Το δείγμα εξετάζεται στο μικροσκόπιο από τον παθολογοανατόμο, ώστε να επιβεβαιωθεί ο τύπος του καρκίνου και να αξιολογηθούν σημαντικά βιολογικά χαρακτηριστικά, όπως οι ορμονικοί υποδοχείς και ο HER2. Αυτές οι πληροφορίες είναι απαραίτητες για τον σχεδιασμό της θεραπείας.
Ποιοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο;
Οι παράγοντες κινδύνου είναι σε γενικές γραμμές αντίστοιχοι με εκείνους του καρκίνου μαστού συνολικά. Σε αυτούς περιλαμβάνονται η μεγαλύτερη ηλικία, το οικογενειακό ή ατομικό ιστορικό καρκίνου μαστού, η αυξημένη πυκνότητα μαστού, η κατανάλωση αλκοόλ, η παχυσαρκία και ορισμένοι ορμονικοί ή αναπαραγωγικοί παράγοντες.
Επιπλέον, ορισμένες γονιδιακές μεταβολές που κληρονομούνται μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο. Μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA2 και CDH1 έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης διηθητικού λοβιακού καρκινώματος. Η αξιολόγηση για γενετικό έλεγχο γίνεται εξατομικευμένα, με βάση το προσωπικό και οικογενειακό ιστορικό.
Είναι το LCIS το ίδιο με λοβιακό καρκίνο;
Όχι. Το λοβιακό καρκίνωμα in situ, ή LCIS, δεν είναι διηθητικός καρκίνος μαστού. Περιγράφει την παρουσία μη φυσιολογικών κυττάρων στα λοβία, τα οποία παραμένουν στο σημείο όπου αναπτύχθηκαν και δεν έχουν επεκταθεί στο γύρω στρώμα.
Το LCIS συνήθως δεν προκαλεί συμπτώματα και συχνά ανιχνεύεται τυχαία σε βιοψία που γίνεται για άλλη αλλοίωση. Δεν σημαίνει ότι υπάρχει καρκίνος, αλλά συνδέεται με αυξημένο μελλοντικό κίνδυνο εμφάνισης διηθητικού καρκίνου μαστού σε οποιονδήποτε από τους δύο μαστούς. Για τις περισσότερες γυναίκες με κλασικό LCIS, η αντιμετώπιση περιλαμβάνει στενότερη παρακολούθηση, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να συζητηθεί ορμονοθεραπεία για μείωση του κινδύνου.
Πώς αντιμετωπίζεται;
Η θεραπεία του διηθητικού λοβιακού καρκίνου εξατομικεύεται και εξαρτάται από το μέγεθος και το στάδιο της νόσου, τον βαθμό του όγκου, την παρουσία ή όχι λεμφαδενικής συμμετοχής, τους υποδοχείς ορμονών και HER2, καθώς και τη συνολική κατάσταση υγείας της ασθενούς.
Η χειρουργική επέμβαση μπορεί να είναι ογκεκτομή, δηλαδή αφαίρεση του όγκου με τμήμα υγιούς ιστού, ή μαστεκτομή. Επειδή ο λοβιακός καρκίνος ενδέχεται να εντοπίζεται σε περισσότερες από μία περιοχές του ίδιου μαστού, σε ορισμένες περιπτώσεις η μαστεκτομή μπορεί να είναι η καταλληλότερη επιλογή.
Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του όγκου, η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει επίσης ακτινοθεραπεία, ορμονοθεραπεία, χημειοθεραπεία ή στοχευμένες θεραπείες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να χορηγηθεί πριν από το χειρουργείο, με στόχο τη συρρίκνωση του όγκου και τη διευκόλυνση μιας πιο συντηρητικής επέμβασης.
Η σημασία της παρακολούθησης
Μετά το τέλος της θεραπείας, η τακτική παρακολούθηση είναι σημαντικό μέρος της φροντίδας. Μπορεί να περιλαμβάνει κλινική εξέταση, τακτική μαστογραφία και συζήτηση για οποιοδήποτε νέο σύμπτωμα ή προβληματισμό.
Ο λοβιακός καρκίνος μαστού μπορεί να χρειάζεται προσεκτική και εξατομικευμένη αξιολόγηση, αλλά η αντιμετώπισή του βασίζεται σε σύγχρονες, τεκμηριωμένες θεραπευτικές επιλογές. Η έγκαιρη αναγνώριση μιας αλλαγής στον μαστό, ο ολοκληρωμένος διαγνωστικός έλεγχος και η συνεργασία με εξειδικευμένη ογκολογική ομάδα είναι τα βασικά βήματα για τον σωστό σχεδιασμό της θεραπείας.
